Σε κάθε ζωντανό κύτταρο απευθύνομαι. Σε κάθε κριτή της Ζωής και των παιδιών της. Μη βιαστείς να κρίνεις, άνθρωπε.

Μη βιαστείς να κρίνεις, κάτι συνδυασμούς από ψηλά τακούνια και φούστες κοντές που περπατούν στο δρόμο. Μην κρίνεις με βία χρόνου, κάτι κεφάλια που έχουν κρεμασμένα επάνω τους, ένα ζευγάρι τεράστιες διόπτρες, κάτι κραγιόν έντονα, κάτι μάτια που αλληθωρίζουν, κάτι στήθη με ανοικτή τη βιτρίνα τους, κάτι δέρματα χρωματισμένα από την κορφή μέχρι το νύχι, κάτι νύχια που φόρεσαν από πάνω τους άλλα νύχια, ψεύτικα.
Μην κρίνεις μούσια αχτένιστα, κοιλιακούς που κυκλοφορούν σε εξάδα, πλατίνες που κυκλοφορούν σε χρωματισμό μαλλιού. Μην κρίνεις με τη μία, ούτε τα βλέμματα τα καχύποπτα, ούτε εκείνα με φωσφορίζον επικάλυψη, αλλά ούτε κι εκείνα τα άλλα, τα σκοτεινιασμένα. Μην κρίνεις, ούτε τα χάδια τα ένθερμα. Τα χέρια τα παγωμένα. Τα μάτια τα (δήθεν) ανέκφραστα. Δε ξέρεις γιατί βγήκαν σε αυτή την εκδοχή.
Μη βιαστείς να τα κρίνεις. Ούτε θετικά, ούτε αρνητικά. Μην βιαστείς να κρίνεις κάποιον γιατί είπε αυτό που είπε κι έκανε αυτό που έκανε. Μην κρίνεις κάποιον, από τα πτυχία που κρέμασε, από τα βιβλία που διάβασε, τα γράμματα που έγραψε, τις θεωρίες που ανέλυσε. Περίμενε να δεις τη θεωρία των πράξεων των δικών του. Την ιστορία έτσι όπως ξεδιπλώνεται στο βιβλίο της δικής του της ζωής.
Μη βιαστείς να κρίνεις εκείνον που δεν απάντησε με τον τρόπο που εσύ ανέμενες, αλλά επέλεξε να σου «μιλήσει» με το δικό του τρόπο. Ψάξε στη σιωπή του. Μπορεί εκεί να κρύβεται η μεγαλύτερη αλήθεια που σας συνδέει. Μη βιαστείς να κρίνεις εκείνους που σε στολίζουν με λόγια μεγάλα, πριν καλά-καλά να σε έχουν γνωρίσει εις βάθος, ύψος, πλάτος και κάθε άλλο μέγεθός σου.
Εκείνους που φοράνε το μανδύα του με δίχως μέτρο ενθουσιασμού και της υπέρμετρης καλής θέλησης, και σε χαϊδεύουν με βιαστικές υποσχέσεις και κουβέντες 3X-Large. Μύρισέ τις καλά, πριν τις μασήσεις. Ίσως και να βρωμάνε. Μην κρίνεις τόσο εύκολα, εκείνους που άργησαν να απογαλακτιστούν, αλλά ούτε κι εκείνους που έτρεξαν να φύγουν.
Μην κρίνεις ούτε εκείνους που γαβγίζουν λίγο περισσότερο από όσο μιλούν. Ούτε εκείνους που έχουν το λεγόμενο «βλέμμα του τρελού». Αλλά ούτε κι εκείνους που αναβάλουν να γελάσουν, όταν κατά τα άλλα οι περιστάσεις το «επιβάλλουν». Κάποιος λόγος θα υπάρχει που επέλεξαν να εκδίδονται σε αυτή τη μορφή.
Μη βιαστείς να κρίνεις μια νεολαία, μια κοινωνία, μια εποχή ολόκληρη, με την κατηγορό πως δε ξέρουν να συμπεριφερθούν. Ίσως αυτές τελικά, να φταίνε λιγότερο από ότι εσύ. Μη βιαστείς να κρίνεις καν, ποιητές και κλήρο, επειδή επέλεξαν να αυτοκτονήσουν. Κάτι ήξεραν και το’ καναν. Ίσως και να’ δαν ένα άλλο φως, να τους περιμένει στη γωνία. Ίσως λέω. Ίσως.
Μη βιαστείς να κρίνεις κανέναν και τίποτα. Και όχι ίνα μη κριθείς. Διότι το να κριθείς είναι το μόνο αναπόφευκτο και το πλέον αναγκαίο. Μη βιαστείς να κρίνεις, γιατί πολύ απλά, ίσως και να μην ξέρεις τελικά. Να μην ξέρεις όλη την ιστορία ή τουλάχιστον αρκετές από τις κουκίδες του παζλ της. Ίσως και να μην είδες, τα φωτεινότερα, αλλά κυρίως, τα σκοτεινότερα κύτταρα του άλλου οργανισμού, πιθανόν γιατί κρύφτηκαν καλά κάτω από το δέρμα.
Αγαπητέ πλησίον. Σε σένα απευθύνομαι. Αχ και να’ ξερες, πόσες φορές διάβασα όλα τα παραπάνω, μπας και καταφέρω κάποτε, να μη βιαστώ να κρίνω…

«Μην κρίνεις για να μην κριθείς». Το άκουσα πρώτη φορά στην εφηβεία ως προτροπή απ’ τους μεγαλύτερους. Άργησα να καταλάβω το γιατί. Μην κρίνεις τον άλλο επειδή δεν ξέρεις τι έχει περάσει. Κάθε άνθρωπος και μία ιστορία, έτσι λένε. Είμαστε δημιουργήματα του παρελθόντος. Αναμνήσεις από μία θολή διαδρομή είναι το παρελθόν, κάποιες εικόνες από ένα ολόκληρο φωτογραφικό άλμπουμ. Δύο τρόποι υπάρχουν για να χειριστείς αυτές τις εικόνες, μπορείς είτε να τις κορνιζώσεις είτε να τις κρύψεις όσο πιο βαθιά μπορείς.

Φαντάσου τον άνθρωπο ως πρωταγωνιστή στη σειρά της ζωής του. Σενάριο και σκηνοθεσία, ας πούμε, η μοίρα και παραγωγή οι γονείς. Δεν ανήκει σε κάποιο συγκεκριμένο είδος η συγκεκριμένη σειρά αλλά τα περιέχει όλα, ανάλογα με τις σκηνές που διαδραματίζονται. Κωμωδία, δράμα, ρομαντική κομεντί και θρίλερ εναλλάσσονται απρόσμενα. Συμμετέχουν οι δεύτεροι και τρίτοι ρόλοι καθώς κι οι κομπάρσοι.
Αυτό το σύμπλεγμα σειρών που έχει φτιάξει ο σκηνοθέτης, είναι ο κόσμος μας μέχρι σήμερα. Κανείς δεν ξέρει το επόμενο επεισόδιο, το οποίο βασίζεται στα προηγούμενα, απλά ελπίζει να είναι επιτυχία. Τα αδιάφορα επεισόδια δε θα παίξουν ποτέ ξανά σε επανάληψη και ξεχνιούνται, ενώ τα συνταρακτικά, ευχάριστα ή δυσάρεστα, αποτελούν οδηγό στην πορεία της ζωής μας.
Μας στιγματίζει το παρελθόν. Όχι τόσο οι ευχάριστες στιγμές, όσο οι δυσβάσταχτες, πονεμένες θύμησες. Μας αναγκάζει να κολλάμε σε καταστάσεις, μας αλλάζει. Γεμίζουμε φοβίες για το αύριο και παράλληλα φοράμε την πιο σκληρή πανοπλία πάνω απ’ τα συναισθήματά μας.
Σε κάθε επαφή με το σκοτεινό παρελθόν αναβιώνουμε τον ίδιο πρωταρχικό πόνο και για να το αποφύγουμε, απομονωνόμαστε στο πιο ερημικό νησί, χωρίς άνθρωπο σε απόσταση χιλιομέτρων. Δεν αφήνουμε τίποτα και κανένα να μας πλησιάσει πραγματικά με σκοπό να μην ξαναπεράσουμε τα ίδια στενάχωρα τροπάρια. Μεταμορφωνόμαστε, άθελά μας ή ηθελημένα, σε παγοκολώνες αναζητώντας τη φωτιά που θα μας λυτρώσει. 
Οι πληγές τις ψυχής δε γιατρεύονται εύκολα. Χρειάζονται το κατάλληλο φάρμακο, ένα στήριγμα. Κάπου να αφήσεις όλο αυτό το βάρος που κουβαλάς. Είναι αδύνατο να τα λύσεις όλα μόνος, όσο και να προσπαθείς. Έτσι, περιμένεις και περιμένεις με το ασήκωτο σακίδιό σου φορτωμένο στην πλάτη τον άνθρωπο που θα σε ξελαφρώσει. Μέρες και νύχτες χωρίς να κλείσεις μάτι, αναμένεις καρτερικά τη σωτηρία, η οποία αργεί χαρακτηριστικά.
Μέχρι να έρθει αυτός ο άγνωστος, ο οποίος θα σου δώσει το χέρι του, θα χαμογελάσει μουδιασμένα και θα μοιράσει τον πόνο στα δύο για να σταθείς όρθιος ξανά. Όλα αυτά θα τα χρωστάς σε έναν άγνωστο. Αν ήταν γνωστός θα τα είχε καταφέρει καιρό πριν να σε απαλλάξει απ’ τον καημό σου. Δε θα μιλήσει για να δώσει συμβουλές, τον έχουν προλάβει οι προηγούμενοι μεσσίες. Θα ακούσει όλα όσα έχεις να πεις, όσα θέλεις και μπορείς να αποκαλύψεις ενώ θα σε κοιτάει στα μάτια. Προσηλωμένος σε ‘σένα.
Πόσον καιρό είχες να νιώσεις το κέντρο της προσοχής; Πόσο καιρό μιλούσες και κανένας δεν άκουγε; Μην απαντήσεις. Δε χρειάζεται. Αυτός δε θα χρειάζεται εξηγήσεις, δε θα δώσει λύσεις αλλά έναν ώμο για να κλάψεις μέχρι να στερέψει το δάκρυ, μια σφιχτή αγκαλιά. Έπειτα θα σου ζητήσει την ανταμοιβή του, ένα χαμόγελο πριν φύγει, πριν κλείσει την πόρτα πίσω του.   
Εκεί το πάθημα γίνεται μάθημα. Παύεις να χάνεσαι σε κάθε ανάμνηση και μαθαίνεις να σε αγαπάς, να σε εκτιμάς. Μη γελιέσαι, δε φεύγει ο πόνος εντελώς, ποτέ δε θα φύγει, απλά αρχίζει το μέλλον να φαντάζει πιο αισιόδοξο, πιο ξεκούραστο. Καμία πληγή δε φεύγει χωρίς να αφήσει το σημάδι της. Η επούλωση θα είναι επώδυνη και χρονοβόρα, όμως υπάρχει φως στο τέλος του τούνελ.
Μη σκύβεις το κεφάλι σε κάθε πονεμένη ιστορία που πέρασες. Αντέχεις, είσαι πολύ πιο δυνατός από όσο πιστεύεις. Όλοι λυγίζουν κάποια στιγμή και πέφτουν τόσο χαμηλά όσο ποτέ τους δε φαντάστηκαν, όμως αποτυχία δεν είναι να πέσεις αλλά να μην ξανασηκωθείς.
Ό,τι δε σε σκοτώνει, σε αφήνει να παλέψεις για ακόμη μία μέρα, με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια στον ουρανό. Τώρα ξέρεις πια, διδάχτηκες απ’ το παρελθόν. Τα άγρια θηρία κλειδώθηκαν στο κλουβί τους.
Κάθε φορά που κοντοστέκεσαι να πάρεις μια ανάσα, να αναπολήσεις τα περασμένα χάνεις κομμάτια απ’ το «τώρα». Παραμερίζεις ζωντανές στιγμές που δε θα έχεις την ευκαιρία να ξαναζήσεις, για να αναβιώσεις για ακόμη μία φορά το σκοτάδι. Κανένας δεν μπορεί να ζήσει στο παρελθόν ούτε όμως και να το αποποιηθεί. Οι φωτογραφίες γίνονται κορνίζες στον τοίχο για να μας θυμίζουν ποιοι είμαστε.
Το παρελθόν καθορίζει το μέλλον. Το πρώτο σε ακολουθεί κατά πόδας ενώ το δεύτερο είναι μια ανάσα μπροστά σου. Εσύ προς τα πού θα κοιτάξεις; Άσε το παρελθόν, έχεις ένα μέλλον να χτίσεις!

Kritivoice