Προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των χρηστών για να γίνεται τόσο απλά η αίτηση από οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο χωρίς να χρειάζεται λογιστής, όπως αναφέρθηκε.
Όπως αναφέρθηκε από τα στελέχη της ειδικής γραμματείας, κατά την παρουσίαση της πλατφόρμας, όταν μπει ο ενδιαφερόμενος στο σύστημα θα συμπληρώσει 10 «βήματα» και παρά το γεγονός ότι για να συμπληρωθούν τα στοιχεία μπορεί να χρειάζονται λίγα λεπτά εν τούτοις για να επιβεβαιωθούν τα στοιχεία απαιτούνται επτά μέρες. Όπως δήλωσε η Χαρούλα Απαλαγάκη γενική γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών: «Ο χρόνος αυτός των επτά ημερών, είναι απόλυτα εύλογος αν λάβει κάποιος υπόψη του ότι υποκαθιστά χρονοβόρες επικοινωνίες με την τράπεζα και προστατεύει και τον αιτούντα για κάτι τόσο σημαντικό όπως μια ρύθμιση για την προστασία της πρώτης κατοικίας μέχρι και 25 χρόνια. Η εκτίμηση είναι ότι αφορά δάνεια γύρω στα 9 δισ. ευρώ και ο αριθμός των αιτούντων εκτιμάται γύρω στις 150.000. Η προστασία αρχίζει με την επιλεξιμότητα και όχι με την αίτηση όπως γίνεται στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Δεν είναι ένα καταφύγιο αλλά μια διαδικασία που φέρνει κοντά τράπεζες και οφειλέτες και προϋποθέτει σοβαρότητα διαφάνεια και ειλικρίνεια από τον οφειλέτη».
Με βάση τη διαδικασία, μετά την υποβολή της αίτησης στην πλατφόρμα, οι τράπεζες εντός ενός μήνα θα υποβάλουν την πρόταση ρύθμισης. Στη συνέχεια ο δανειολήπτης θα έχει ένα μήνα να αποφασίσει το κατά πόσο επιθυμεί να υπαχθεί στη ρύθμιση με βάση την πρόταση των τραπεζών και στη συνέχεια υπογράφει τη σχετική σύμβαση και ξεκινά η διαδικασία της επιδότησης. Στην περίπτωση που κρίνει πως δεν είναι συμφέρουσα η πρόταση των τραπεζών μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο. Στην περίπτωση που δεν είναι επιλέξιμος ο δανειολήπτης προβλέπεται εντός 15 εργάσιμων ημερών να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για να ρυθμίσει το δάνειό του.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, όπως αναφέρθηκε πρόσφατα σε σεμινάριο της ειδικής γραμματείας, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στο τέλος του 2018 ανέρχονταν σε 86,5 δισ. ευρώ. Το πρώτο τρίμηνο του 2019 μειώθηκαν σε 80 δισ. ευρώ αλλά το ποσοστό τους παραμένει υψηλό σε σχέση με το σύνολο των δανείων, και ανέρχεται σε 45,2%.
Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων καταναλωτικών δανείων ανέρχεται σε 53%, των στεγαστικών σε 44,5% και των επιχειρηματικών δανείων επίσης σε 44,5%. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελεύθερων επαγγελματιών και των πολύ μικρών επιχειρήσεων φθάνουν το 67%, ενώ για τις μεγάλες επιχειρήσεις είναι 25% και το μικρότερο ποσοστό αφορά τη ναυτιλία που είναι στο 23%.
Το 2018 το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε κατά 12% ή κατά 7,7 δισ. ευρώ ενώ 5,6 δισ. ευρώ πωλήθηκαν και 5,6 δισ. ευρώ διαγράφηκαν.












0 Σχόλια